XXX. IV.
Βαδίζω ανάμεσα στους βιαστικούς ανθρώπους. Μα δεν βαδίζω στ' αλήθεια. Το μυαλό μου φτιάχνει εικόνες. Fractals της σκέψης μου. Η κορδέλα του Mobius. Πρέπει να επιστρέψω. Ψάχνω το τραίνο. Πρέπει να αγγίξω το πρώτο μου όριο. Το βρίσκω. Μπαίνω μέσα. Ψάχνω ένα μέρος να σταθώ. Φασαρία. Θα ξεκινήσει. Ακουμπώ το χέρι μου στο βαγόνι. Το δαχτυλίδι μου. Το κοιτώ καθώς το τραίνο ξεκινά. Ό,τι μας είναι απαραίτητο το έχουμε πάντα μαζί. Chevallier. Το βγάζω από τον παράμεσο και το φορώ στο μικρό δάχτυλο.
- Όταν το τραίνο τερματίσει θα κατέβεις;
Νιώθω την ανάσα της πίσω μου. Η Μαρία. Για μια στιγμή
προσπαθώ να σκεφτώ πώς με βρήκε. Το πιο πιθανό είναι να με ακολούθησε αλλά δεν με ενδιαφέρει κιόλας.
- Δεν ξέρω... Σφίγγω το χέρι μου καθώς προσπαθώ να θυμηθώ γιατί το φορώ.
- Δεν είμαι εγώ αυτή που ψάχνεις αλλά μου έχουν πει ότι δεν τους αφήνω να πλήξουν όσο περιμένουν.
- Επαγγελματίας δηλαδή... μου είναι ενοχλητική. Δεν μπορώ να
θυμηθώ. Μπορεί και να μην σημαίνει τίποτα.
- Θα μπορούσες να το πεις και έτσι αλλά είναι τόσο υποτιμητικό όλο αυτό. Οριακά αγγίζει την πλήξη. Ωωω... μάλλον είπα κάτι που δεν έπρεπε.
- Εσύ επιλέγεις τα πρέπει σου και για έναν άνθρωπο, που δεν μπορεί να γευτεί, είτε είναι ανύπαρκτα είτε κατ' επίφαση προς διευκόλυνση υμών.
Το τραίνο σταματά. Μ' αρπάζει και με κατεβάζει κάτω.
- Έλα. Μου λέει επιτακτικά
- Πού; Τη ρωτώ
- Δεν υπάρχει «πού» μου λέει χαμογελώντας
- Γιατί;
- Γιατί το τραίνο έφυγε απαντά ανασηκώνοντας ειρωνικά τους
ώμους της.
- Θα 'ρθει το επόμενο, λέω καθώς κοιτάζω στον ουρανό τα
σύννεφα που μαζεύονται.
- Παρ'το. Βγάζει ένα βραχιόλι από το χέρι της και μου το δίνει.
Η κορδέλα του Μόμπιους. Το αγκαλιάζω με την παλάμη μου μα δεν το νιώθω. Το φέρνω στο ύψος των ματιών μου. Την παρακολουθώ μέσα απ' αυτό.
- Θα πρέπει να πληρώνεσαι καλά, της λέω καθώς το πετώ στις ράγες του τραίνου.
- Δεν έχω παράπονο.
- Τι έχεις;
- Μνήμη μου απαντά και κάνοντας μεταβολή αρχίζει να απομακρύνεται.
Βοράς, Νότος, Ανατολή, Δύση. Και εγώ στο κέντρο. Μα δεν ήρθα να με λατρέψουν σε τούτον τον βωμό. Την παρακολουθώ καθώς φεύγει. Όχι σταυρός. Είμαι ένα δέντρο που περπατά. Χωρίς ρίζες. Ίπταμαι. Πυραμίδα. Τα στερεοϊσομερή. Οι ακρογωνιαίοι λίθοι.
Η Μαρία στέκεται. Τις περιστρέφω. Το πρόσωπό μου. Ποιο είναι; Την βλέπω να γυρίζει το κεφάλι της και να μου χαμογελά. Δεν υπάρχει. Τίποτα από όλα αυτά δεν υπάρχει. Η ζωή είναι θάνατος και ο θάνατος ζωή. Κάνω μεταβολή προς τις γραμμές του τραίνου. Δεν μπορώ να θυμηθώ γιατί δεν έχω πρόσωπο. Ποτέ δεν είχα. Δεν χρειάζομαι κάποιον άλλον να με σκοτώσει. Ακούω το τραίνο που έρχεται. Το κεφάλι μου πονά ανυπόφορα. Πιέζω το κεφάλι μου με τα χέρια μου. Δεν το νιώθω. Πρέπει να φύγω από εδώ. Τώρα. Βλέπω το τραίνο να πλησιάζει. Το ακούω. Περνώ την κίτρινη γραμμή.
- Ο έρωτας.
Η Μαρία με κρατά σφιχτά καθώς το τραίνο σταματά μπροστά μας.
Παλεύω να της ξεφύγω.
- Νομίζεις πως ακούς. Νομίζεις πως καταλαβαίνεις. Οριοθετημένους φθόγγους ακούς. Δεν χαράσσεται μ' ευθείες η αλήθεια. Ύλη. Ενέργεια. Κύμα. Διάλεξε τι είσαι.
- Δεν ξέρω. Το άγγιγμά της με εξαντλεί.
- Παραδώσου. Αφέσου. Σταμάτα να κρατιέσαι τόσο απεγνωσμένα από τις αλυσίδες του μυαλού σου. Χαλάρωσε.
Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Πνίγομαι μα δεν μπορώ να της αντισταθώ. Με ρουφά. Με παίρνει μέσα της. Όλα μαυρίζουν. Νιώθω τα πόδια μου να λυγίζουν.
- Αφέσου. Την ακούω μες στο σκοτάδι.
Δεν αναπνέω.
Ο χρόνος. Η πρώτη μας πατρίδα.
Bạn đang đọc truyện trên: Truyen247.Pro